Εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Λεμεσού προειδοποιούσε τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ότι η έλλειψη εναλλακτικής υποδομής για τη διάθεση λυμάτων στη Λεμεσό θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε σοβαρή κρίση, όπως αυτή που εκδηλώθηκε τις προηγούμενες ημέρες λόγω της υπολειτουργίας του Σταθμού Επεξεργασίας Λυμάτων στο Βατί, ο οποίος βρίσκεται σε φάση αναβάθμισης.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΛ, Ανδρέας Τσουλόφτας, ανέφερε στην «Επιχειρηματική Λεμεσό» ότι το Επιμελητήριο είχε αποστείλει επανειλημμένα επιστολές και είχε πραγματοποιήσει συναντήσεις με αρμόδιους υπουργούς, επισημαίνοντας την ανάγκη για έγκαιρο σχεδιασμό, χωρίς όμως να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα. Όπως είπε, η σημερινή κατάσταση αποτελεί αποτέλεσμα ελλιπούς προγραμματισμού και έλλειψης συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών.
Ο κ. Τσουλόφτας χαρακτήρισε μη βιώσιμη τη λειτουργία του σταθμού υποδοχής λυμάτων μόνο δύο ημέρες την εβδομάδα και επισήμανε ότι, σε αντίθεση με άλλες επαρχίες, η Λεμεσός δεν διαθέτει εναλλακτική εγκατάσταση που να μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της όταν ο κεντρικός σταθμός τίθεται εκτός πλήρους λειτουργίας για εργασίες αναβάθμισης ή συντήρησης.
Ως γνωστόν, οι βυτιοφορείς λυμάτων της Λεμεσού κατήλθαν προ ημερών σε επ' αόριστον απεργιακή κινητοποίηση. Πραγματοποίησαν, μάλιστα, διαμαρτυρία έξω από το Προεδρικό Μέγαρο, ζητώντας από την κυβέρνηση να υποδείξει άμεσα νόμιμο χώρο διάθεσης των λυμάτων.
Οι εκπρόσωποί τους υποστήριξαν ότι η μειωμένη δυνατότητα παραλαβής λυμάτων από το Βατί έχει προκαλέσει πολύωρες αναμονές των βυτιοφόρων, υπερχειλίσεις και σοβαρές δυσκολίες στην εξυπηρέτηση κατοικιών, επιχειρήσεων και ξενοδοχειακών μονάδων. Διαμηνύουν ότι οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν μέχρι να δοθεί ουσιαστική λύση.
Από την πλευρά του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λεμεσού, εξήγησαν ότι η δυνατότητα παραλαβής λυμάτων από βυτιοφόρα δεν μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα, καθώς προτεραιότητα αποτελεί η ασφαλής λειτουργία των μονάδων επεξεργασίας λυμάτων που εξυπηρετούν την ευρύτερη περιοχή της Λεμεσού. Όπως ανέφεραν, κατά το παρελθόν είχαν παρουσιαστεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργίας τους, γεγονός που κατέδειξε τους κινδύνους που εγκυμονεί η υπερφόρτωση των εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με τον ΕΟΑ, το αίτημα για σημαντική αύξηση της ημερήσιας ποσότητας λυμάτων που παραλαμβάνονται από βυτιοφόρα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία ενός σταθμού που επεξεργάζεται καθημερινά περίπου 30.000 κυβικά μέτρα αστικών λυμάτων. Ο ΕΟΑ επισημαίνει ακόμη ότι τα λύματα που μεταφέρονται με βυτιοφόρα παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που καταλήγουν μέσω του αποχετευτικού δικτύου, καθώς ενδέχεται να περιέχουν στερεά υλικά, τοξικές ουσίες ή άλλα ακατάλληλα απόβλητα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στον εξοπλισμό της μονάδας.
Ο εκπρόσωπος του ΕΟΑ σημείωσε ότι απαιτείται συγκεκριμένη διαδικασία και προεπεξεργασία των λυμάτων που παραλαμβάνονται από βυτιοφόρα, ενώ υποστήριξε πως η μακροπρόθεσμη λύση είναι η δημιουργία κατάλληλων εγκαταστάσεων αποθήκευσης στο Βατί, ώστε τα λύματα να μπορούν να παραλαμβάνονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία σταδιακά, χωρίς να επηρεάζεται η ομαλή λειτουργία του σταθμού.
Σύμφωνα με το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις απόρριψης ακατάλληλων λυμάτων, οι οποίες δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Το Τμήμα εκτιμά ότι η μονάδα θα επανέλθει στην πλήρη δυναμικότητά της μέχρι το τέλος του έτους.
Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και το Τμήμα Περιβάλλοντος αποδίδουν τα προβλήματα στις προσωρινές επιπτώσεις από τις εργασίες αναβάθμισης της εγκατάστασης στο Βατί και αναφέρουν ότι έχουν ληφθεί μέτρα για την εξυπηρέτηση των επαγγελματιών, με αξιοποίηση των σταθμών στη Μονή και στη Βαθιά Γωνιά, ενώ εξετάζονται και πρόσθετες επιλογές.
Η εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων στο Βατί, η οποία διαχειρίζεται οικιακά λύματα, βιομηχανικά απόβλητα, πλεονάζουσα ιλύ και στραγγίσματα, αναβαθμίζεται στο πλαίσιο σύμβασης που προέκυψε από διαγωνισμό του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων. Το έργο ανατέθηκε στη ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Α.Ε., με τη σύμβαση να υπογράφεται στις 4 Φεβρουαρίου 2026. Η σύμβαση προβλέπει την ανακαίνιση της μονάδας κατά το πρώτο έτος και την ταυτόχρονη λειτουργία και συντήρησή της για πέντε χρόνια, με δυνατότητα επέκτασης για ακόμη ένα έτος.